ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Κυριακή 26 Ἰουλίου 2026 – (Ματθ. ιδ΄ 14-22)
«Τό εὐχαριστιακό ἦθος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς»
Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός βρισκόταν στήν ἔρημο διδάσκοντας ἕνα πολυπληθές ἀκροατήριο. Ὅταν οἱ μαθητές Του, καθώς εἶχε πλέον περάσει ἡ ὥρα, Τόν παρακάλεσαν νά πεῖ στούς ἀνθρώπους νά ἀποχωρήσουν γιά νά προμηθευτοῦν τρόφιμα, ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Δῶστε τους ἐσεῖς τροφή γιά νά φᾶνε». Ζήτησε, ἔτσι, τό ἐλάχιστο τῆς δικῆς τους προσφορᾶς: πέντε ἄρτους καί δύο ψάρια.
Ἐδῶ ὁ Χριστός δέν ἔκανε ἕνα θαῦμα ἀπό τό μηδέν, ἀπό τό ἀνύπαρκτο, ἀλλά προσέλαβε, ἁγίασε καί πολλαπλασίασε τήν ἀνθρώπινη προσφορά. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὄχι μόνο ἔλυσε τό βιοτικό πρόβλημα τῆς διατροφῆς, ἀλλά διεύρυνε καί τούς πνευματικούς ὁρίζοντες τῶν Μαθητῶν καί τῶν ὑπολοίπων ἀνθρώπων. Τούς ὁδήγησε, μέσα ἀπό τόν ἁγιασμό καί τόν πολλαπλασιασμό τῶν ἄρτων, νά μεταβοῦν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Γι’ αὐτό, καθώς ἀκοῦμε τόν εὐαγελιστή Ματθαῖο νά περιγράφει λέγοντας:«ἀφοῦ ἔλαβε τοὺς ἄρτους… ἀφοῦ ἀνέβλεψε στὸν οὐρανὸ, εὐλόγησε καὶ κόβοντας ἔδωσε»,ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι τόσο τά λόγια ὅσο καί οἱ κινήσεις τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καθαρά λειτουργικές καί μᾶς θυμίζουν τόν Μυστικό Δεῖπνο, μέ τόν ὁποῖο συνέστησε τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Αὐτή ἡ πράξη συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, καί μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, ἐμεῖς προσφέρουμε τό κτιστό ἀγαθό, δηλαδή τό ψωμί καί τό κρασί καί ὁ Κύριος τό λαμβάνει καί μᾶς τό ἀντιπροσφέρει ὡς ἄκτιστο πλέον ἀγαθό, μέσα ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τῆς θείας Κοινωνίας.
Ὁ πολλαπλασιασμός τῶν ἄρτων στήν ἔρημο δέν ἦταν μόνο μιά πράξη κοινωνικῆς πρόνοιας, ἀλλά ἡ πρόγευση τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως. Τά δώδεκα κοφίνια τῶν περισσευμάτων συμβολίζουν τήν ἀστείρευτη πληρότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία τρέφει πνευματικά ὁλόκληρο τόν κόσμο χωρίς ποτέ νά δαπανᾶται. Αὐτό τονίζεται καί σέ κάθε θεία Λειτουργία, καθώς ὅταν ὁ Ἱερουργός κόπτει τόν Ἅγιο Ἄρτο ἐκφωνεῖ: «Μελίζεται καὶ διαμερίζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».
Ὁ Χριστός κάλυψε τήν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὑλική τροφή, στρέφοντας ὅμως τήν προσοχή του στήν τροφή πού μένει στόν αἰῶνα, δηλαδή τό σῶμα καί τό Αἷμα Του, τη θεία Κοινωνία τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, σύμφωνα καί μέ τήν περιγραφή τοῦ ἴδιου θαύματος ἀπό τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο στό 6ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου Του. Ἡ ὑλική τροφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ, ὥστε νά γεύεται τήν οὐράνια τροφή καί νά προγεύεται ἀπό τώρα τήν Οὐράνια Βασιλεία.
Αὐτό ἀκριβῶς τό εὐχαριστιακό ἦθος ἐνσάρκωσε καί ἡ σήμερα τιμώμενη Ἁγία Μεγαλομάρτυς Παρασκευή. Ἦταν παιδί εὔπορων καί εὐσεβῶν γονέων. Τό ὄνομά της σημαίνει «Προετοιμασία» καί ἀπ’ ὅταν ἔμεινε ὀρφανή, χάρισε ὅλα τά πολλά ὑπάρχοντά της στούς φτωχούς καί τούς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ζῶντας τήν ἐπίγεια ζωή της ὡς μιά διαρκῆ προετοιμασία γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἡ Ἁγία Παρασκευή δέν προσέφερε ἁπλῶς τήν ὑλική της περιουσία στους ἐνδεεῖς· προσέφερε τήν ἴδια της τήν ὕπαρξη ὡς «ἄρτον ζῶντα» στόν Χριστό. Αὐτή, ἄλλωστε, ἦταν ἡ σφοδρή ἐπιθυμία τῶν πρώτων Χριστιανῶν: νά γίνουν ἄρτος ζωντανός γιά τόν Κύριο. Αὐτό εὐχόταν ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γιά τόν ἑαυτό του, ἔτσι ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία καί τόν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο. Ἦταν ἡ ἔκφραση τῆς ἰδανικῆς, τῆς τέλειας σχέσης μέ τόν Χριστό. Μέ τό μαρτύριό της ἀπέδειξε, ὅτι ἡ πίστη δέν εἶναι μιά θεωρητική ἰδεολογία, ἀλλά μιά βιωματική σχέση μέ τόν Χριστό, ὡς μετοχή στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ρίχθηκε στό κοχλάζον λάδι, ἡ θεία χάρις μεταμόρφωσε τό μέσον τοῦ θανάτου σέ πηγή δροσισμοῦ, ὅπως παλαιότερα συνέβη στούς τρεῖς Παῖδες στό καμίνι τῆς Βαβυλώνας, φανερώνοντας ὅτι ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τή φθορά τῶν φυσικῶν νόμων.
Τό κορυφαῖο ἐπίσης θαῦμα τῆς ἰάσεως τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ διώκτη της, τοῦ αὐτοκράτορα Ἀντωνίνου, φέρει βαθύ θεολογικό συμβολισμό. Ὁ Ἀντωνίνος, ἀμφιβάλλοντας ἄν τό λάδι ἦταν καυτό, ζήτησε ἀπό τήν Ἁγία νά τοῦ ρίξει λίγο ἐπάνω του, μέ ἀποτέλεσμα νά τυφλωθεῖ ἀμέσως. Ἡ τύφλωσή του ἦταν ἡ ἐξωτερική ἀποτύπωση τῆς πνευματικῆς του κατάστασης, τῆς ἀδυναμίας του, δηλαδή, νά ἀντιληφθεῖ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τήν Ἄκτιστη Χάρη Του προστατεύει τά παιδιά Του. Θεραπεύοντας τά σωματικά μάτια τοῦ διώκτη της, ἡ Ἁγία Παρασκευή λειτούργησε ὡς πνευματικός χειραγωγός, ἀνοίγοντας τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς του στήν ἀλήθεια τοῦ Ἑνός Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Πανηγυρίζοντας σήμερα τήν μνήμη τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, καλούμαστε νά προσέξουμε τίς κοσμικές ἐκεῖνες συνήθειες πού συνεργοῦν στήν πνευματική μας τύφλωση καί συντελοῦν στό σκοτασμό τῆς ψυχῆς, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν μπορούμε νά δοῦμε τόν Θεό παρόντα στήν καθημερινότητά μας. Ὅπως τότε οἱ μαθητές ἔβλεπαν μόνο τήν ἐρημιά καί τήν ἔλλειψη τῶν ἄρτων, πού δέν θά ἐπαρκοῦσαν γιά ὅλους, ἔτσι κι ἐμεῖς σήμερα, ἐπειδή στερούμαστε πνευματικῆς ὁράσεως, βλέπουμε λανθασμένα τη ζωή μας ὡς ἕνα ἀδιέξοδο πεδίο κρίσεων, φόβου καί μοναξιᾶς καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι δυσπιστοῦμε καί δέν ἀφήνουμε περιθώρια στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ λύση, ὅμως, δέν βρίσκεται στήν ἐγωιστική ἀπομόνωση, ἀλλά στήν ἀφιέρωσή μας στόν Χριστό. Ὅταν ἐμπιστευόμαστε τό «λίγο» τῆς ὕπαρξής μας στά χέρια Του, ἐκεῖνο καθίσταται ἱκανό νά χορτάσει τίς βαθύτερες ἀνάγκες μας.
Πάνω σέ κάθε Ἁγία Τράπεζα τελεῖται συνεχῶς τό ἴδιο μεγάλο θαῦμα, ὅπου ὁ Χριστός λαμβάνει τό ἐλάχιστο τῆς δικῆς μας προσφορᾶς, τόν ἄρτο καί τό κρασία, τά εὐλογεῖ καί μᾶς τά ἀντιπροσφέρει ὡς τό Σῶμα του και τό Αἷμα Του, τό φάρμακο τῆς Ἀθανασίας, δηλαδή τήν ἴδια τή Ζωή. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὀ Χρυσόστομος ἐφιστᾶ τήν προσοχή μας λέγοντας: «Μάταια τελεῖται καθημερινά ἡ Θεία Λειτουργία ἄν δέν συμμετέχουμε κοινωνώντας.» Κι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ συχνή Θεία Κοινωνία εἶναι τό ἰσχυρότερο ὅπλο μας κατά τῆς φθορᾶς.
Ὡστόσο, ἡ συχνή προσέλευση ἀπαιτεί καί τήν ἀνάλογη πνευματική προετοιμασία. Δέν προσερχόμαστε μέ ἀπερίσκεπτη ἐλαφρότητα, ἀλλά ἔχοντας καθαρή τη συνείδηση καί τήν καρδιά μας μέσῳ τοῦ καθαρτικοῦ λουτροῦ τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Ἂς παρακαλέσουμε, λοιπόν, τήν Ἁγία Παρασκευή νά πρεσβεύει ἀδιαλείπτως γιά ὅλους μας. Νά θεραπεύονται οἱ σωματικές μας ἀσθένειες, ἀλλά κυρίως νά καθαίρονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδιᾶς μας, ὥστε μέ καθαρή τη συνείδηση, μέ πόθο, φόβο Θεοῦ, πίστη καί ἀγάπη νά κοινωνοῦμε συχνά τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, γευόμενοι ἀπό τώρα τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.
Κυριακή 19 Ἰουλίου 2026 – Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Τίτ. γ΄ 8-15)
«Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀπὸ τὴν πρὸς Τίτον Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὡς ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ τὴν σημερινὴ Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπειδὴ συνδέεται ὀργανικὰ μὲ τὸ ἔργο, τὴν ταυτότητα καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Ἀφ’ ἑνός μὲν ἡ πρὸς Τίτον Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὡς «Ποιμαντική», δὲν ἀπευθύνεται σὲ μιὰ κοινότητα, ἀλλὰ στὸν μαθητή του καὶ Ἐπίσκοπο Κρήτης Τίτο, περιέχοντας σαφεῖς ὁδηγίες γιὰ ποιμαντική του δραστηριότητα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπῆρξαν οἱ κατ' ἐξοχὴν Ποιμένες καὶ Διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἐφάρμοσαν αὐτὲς τὶς ἀποστολικὲς ἐντολὲς γιὰ τὴν ὠφέλεια καί τήν προστασία τοῦ λογικοῦ ποιμνίου.
Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δίνει μιὰ ξεκάθαρη ἐντολή: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Ἡ λέξη αἱρετικός, ἐτυμολογικά προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «αἱρέομαι -οῦμαι» τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλῶσσας καί εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιλέγει νὰ πιστεύει κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ αὐτὴ τὴν προσωπική του ἐπιλογή, θέτει τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ βαρύτατο ἁμάρτημα, ἀφοῦ διακόπτει τὴν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἐκτὸς ἂν ὑπάρξει μετάνοια καὶ ἐπιστροφή.
Χρέος λοιπὸν τοῦ κάθε ποιμένα εἶναι νὰ νουθετήσει τὸν αἱρετικὸ μία καὶ δύο φορές, ἐπιδιώκοντας τὴν ἐπιστροφή του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ἂν ὅμως ἐκεῖνος παραμείνει ἀμετακίνητος, ὁ ποιμένας ὀφείλει νὰ σταματήσει κάθε προσπάθεια συζητήσεως καὶ νὰ ἐντείνει τὴν προσευχή του, ἐναποθέτοντας τὴ σωτηρία του πλέον στὴ θεία Πρόνοια.
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπραξαν καὶ οἱ 630 Θεοφόροι Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.), τοὺς ὁποίους τιμᾶμε σήμερα. Ἀντιμετώπισαν τὴν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἡ ὁποία ἀρνεῖτο τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ἐξάντλησαν κάθε περιθώριο νουθεσίας πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ὁριοθέτησαν τὴν ὀρθὴ πίστη, δογματίζοντας ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος καὶ καταδίκασαν τὴν πλάνη.
Πρίν ἀπό τήν Τέταρτη Οἰκουμενική Σύνοδο ὅμως εἶχε προηγηθεῖ ἡ Τρίτη Οἰκουμενική Σύνοδος στὴν Ἔφεσο τὸ 431 μ.Χ., ἡ ὁποία εἶχε καταδικάσει τὸν Νεστόριο, ἐπειδή ἀποκαλοῦσε τὴν Παναγία Χριστοτόκο, λέγοντας ὅτι γέννησε μόνο ἄνθρωπο. Τότε, στήν Ἔφεσο οι 210 Θεοφόροι Πατέρες, οἱ Ὁποῖοι τήν συγκροτοῦσαν ἀποφάνθηκαν, ὅτι ἡ Παναγία πρέπει νά ὀνομάζεται Θεοτόκος ἐξαιτίας τοῦ ὅτι οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη ἑνώθηκαν μέσα στήν πάναγνη μήτρα Της, ἀλλά καί Ἀειπάρθενος, ἐπειδὴ παρέμεινε Παρθένος πρὶν τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν γέννησή Του καὶ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν. Τοῦτο μάλιστα συμβολίζεται καί μέ τά τρία ἀστέρια τά ὁποῖα συμβολικά στις εἰκόνες Της, κοσμοῦν τούς σεπτούς Της ὤμους καί τήν τιμίαν Της κεφαλή.
Οὐσιαστικά, ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴ Δ΄, ἡ ὁποία εἴκοσι χρόνια μετέπειτα διατύπωσε ὁριστικὰ τὸ Χριστολογικὸ δόγμα, καταδικάζοντας τὸν Μονοφυσιτισμὸ καὶ διακηρύσσοντας ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
Ὡς Θεός, κατὰ τὴν θεϊκή του φύση δηλαδή, γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ εἶναι μὲ τὸν Πατέρα καὶ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτούς.
Ὡς Ἄνθρωπος, κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση δηλαδή, γεννᾶται ἐν χρὸνῳ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἔκτοτε ὑπάρχει γιά πάντα ὡς Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης ἔγινε μέσα στην παρθενική μήτρα τῆς Παναγίας, ὅπως προείπαμε, πάνω στὴ μία ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μιὰ γιὰ πάντα «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως», ὅπως ἐπισημαίνεται στόν Ὅρο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὅταν βέβαια συντάχθηκε ὁ Τόμος μὲ τήν Ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία, ὅπως πάντοτε πίστευε καὶ κήρυττε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ αἱρετικοὶ Μονοφυσῖτες, παρὰ τὴν καταδίκη τους, συνέταξαν κι ἐκεῖνοι ἕνα Τόμο, ποῦ περιεῖχε τὶς αἱρετικές τους δοξασίες. Ἐνώπιον λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ ἀδιεξόδου, ὁ Χριστός, τὸ ἀληθινὸ Φῶς ἐφώτισε τοὺς Πατέρες νὰ ἀνοίξουν τὴν λάρνακα, μέσα στὴν ὁποία εὑρισκόταν τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ἁγίας ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας καὶ νὰ τοποθετήσουν τοὺς δύο τόμους, τὸν ὀρθόδοξο καὶ τὸν αἱρετικό, ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς Ἁγίας, ἀναμένοντας τὴν ἀπάντηση ἐκ Θεοῦ. Καὶ ὤ! τοῦ θαύματος, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ ἡμέρες νηστείας καὶ προσευχῆς ἄνοιξαν τὴν λάρνακα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μὲ συγκίνηση εἶδαν, πῶς ἡ Ἁγία κρατοῦσε στὰ χέρια της τὸν Τόμο τῶν Ὀρθοδόξων καὶ μὲ τὰ πόδια της καταπατοῦσε τὸ αἱρετικὸ κείμενο τῶν Μονοφυσιτῶν.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι μιὰ ἀκόμη θρησκεία ἀνάμεσα στὶς πολλές, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἕνωσή μας μαζί Του. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε γιὰ νὰ ἱδρύσει ἕνα ἀκόμη θρησκευτικὸ σύστημα πάνω στὴ γῆ, οὔτε ἁπλῶς νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι πίστευαν ἔτσι ἢ ἀλλιῶς καὶ πρὶν τὸν ἐρχομό Του. Ἦλθε νὰ μᾶς φανερώσει τὸν ζῶντα καί ἀληθινό Θεὸ στὴ Θεανθρώπινη Παρουσία Του καὶ νὰ μᾶς προσλάβει σὲ κοινωνία μαζί Του.
Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, τὸ δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι καθοριστικὸ γιὰ τη σωτηρία μας· διότι ἂν ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἂν δηλαδὴ δὲν ἔχει προσλάβει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, τότε ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀδύνατη. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον»· ὅ,τι δηλαδὴ δὲν προσλήφθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν μπορεῖ καὶ νὰ θεραπευθεῖ.
Αὐτὴ τὴν ἐν Χριστῷ θεραπεία καὶ ἀληθινὴ ζωὴ καλούμαστε, ὡς ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματός Του, νὰ βιώνουμε καθημερινὰ καὶ νὰ μεταλαμπαδεύουμε ὡς φῶς στὸν κόσμο, ὅπως μᾶς προέτρεψε ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.
Φωτεινὸ καὶ ἔμπρακτο παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἁγιότητας ἀποτελεῖ ἡ σήμερον ἑορταζομένη Ὁσία Μακρίνα, ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες μορφὲς τοῦ ὀργανωμένου γυναικείου κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ. Μὲ τὴν ἀσκητική της βιοτή, τὸν φωτισμένο λόγο καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη της, ἐπηρέασε βαθιὰ τούς Ἀδελφούς της Ἐπισκόπους, τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο Νύσσης καὶ τὸν Πέτρο Σεβαστείας, ἀφήνοντάς μας μιὰ πολύτιμη πνευματικὴ κληρονομιά. Ἂς ἔχουμε τὶς πρὸς Κύριον πρεσβεῖες της. Ἀμήν.
Κυριακή 12 Ἰουλίου 2026 - Στ΄ Ματθαίου (Ρωμ. ιβ΄6-14)
«Ἡ εὐγένεια καί ἡ φιλοξενία συνιστοῦν τήν ταυτότητα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ στέλνει πρὸς τούς Ῥωμαίους καὶ κατὰ συνέπεια σὲ ὅλους ἐμᾶς ἕνα πρακτικὸ ὁδηγὸ χριστιανικῆς ζωῆς, καλῶντας μας νὰ ἀναδείξουμε τὰ αὐθεντικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ Χριστιανοῦ, δηλαδὴ τὴν ἀπροσποίητη ἀδελφικὴ ἀγάπη, τὴν ἀποφυγὴ κάθε πονηρίας καὶ τὴν παράλληλη προσκόλληση στὸ ἀγαθό, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴν εἰρηνικὴ στάση ἀπέναντι ἀκόμα καὶ σὲ ἐκείνους ποῦ μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο μᾶς διώκουν. Γι’ αὐτὸ ἐπιστέφει καὶ τὴ σημερινή του διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς μὲ τὴν παράκληση, νὰ λέμε καλὰ λόγια γιὰ τοὺς διῶκτες μας καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὶς κατάρες καὶ τὶς ὕβρεις πρός αὐτούς, μιμούμενοι τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.
Μὲ ἔμφαση ἐπισημαίνει ἐπίσης, ὅτι στὰ πνευματικὰ καθήκοντα δὲν χωράει τεμπελιά. Ὁ σωστός Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ἐργάζεται μὲ ἔνθεο ζῆλο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου του καί νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ κοινωνία μαζί Του. Νὰ ἀναφέρεται καθημερινὰ σέ Ἐκεῖνον μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή. Πρὶν πεῖ ἢ πρίν πράξει ὁ,τιδήποτε νὰ ζυγίζει μὲ προσοχή, ἂν αὐτὸ πού θέλει νά πεῖ ἤ νά κάνει ἀρέσει στὸν Χριστό, ἂν συμφωνεῖ ὁ Χριστὸς μαζί του καὶ μετὰ νὰ ἐνεργήσει, προσπαθῶντας νὰ ζεῖ καθημερινά, ὅπως θέλει ὁ Κύριος. Καὶ ἐπίσης νὰ ποθεῖ συχνὰ νὰ Τὸν μεταλαμβάνει μὲ σκοπὸ τήν Ἕνωση μαζὶ Του καὶ τὸν ἐξ Αὐτοῦ ἁγιασμό του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος τρόπος γιὰ νὰ διατηρεῖ τὴν ἐλπίδα του ζωντανὴ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ διαχειρίζεται ἐπαρκῶς, ὅ,τι ἡ θεία Πρόνοια τοῦ ἐπιτρέπει, ὑπομένοντας καὶ τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς, μὲ δύναμη καὶ αἰσιοδοξία.
Ὅμως σήμερα τὸ κέντρο βάρους τοῦ ἀναγνώσματος βρίσκεται σὲ τέσσερις φράσεις ποῦ ἀφοροῦν στὴν εὐγένεια καὶ τὴν φιλοξενία, τά δύο ἀπαραίτητα αὐθεντικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νά διακρινόμαστε μὲ εὐχέρεια, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε σωστοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Καὶ τὸ τονίζουμε αὐτὸ διότι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ εὐγένεια καὶ ἡ φιλοξενία εἶναι ἰδεώδη, ὄχι μόνο χριστιανικά, ἀλλὰ καὶ ἑλληνικά, (ἀν θυμηθοῦμε τόν Ξένιο, δηλαδή φιλόξενο, Δία τῶν ἀρχαίων προγόνων μας) ἐντούτοις στὶς μέρες μας παρασυρμένοι οἱ περισσότεροι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἀπὸ τὸν ὠφελιμιστικὸ καὶ ἐγωϊστικὸ κοσμικὸ τρόπο ζωῆς, ξέχασαν καὶ εὐγενεῖς νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ φιλόξενοι.
Κατ’ ἀρχάς ἄς γνωρίζουμε, ὅτι ἡ χριστιανικὴ εὐγένεια δὲν εἶναι ἡ τήρηση ἐπιφανειακῶν κανόνων, ἀλλὰ ἡ ἐξωτερικὴ ἔκφραση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Λέγοντας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τῇ φιλαδελφὶᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι» δηλαδὴ: νὰ δείχνετε μὲ στοργὴ τὴν ἀγάπη σας γιὰ τοὺς ἄλλους, μας καλεῖ νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὴ στοργὴ ποὺ ἔχουν τὰ ἀδέλφια μιᾶς οἰκογένειας. Ἡ εὐγένεια τοῦ Χριστιανοῦ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ νὰ βλέπει στὸν πλησίον τὸν ἴδιο του τὸν ἀδελφό. Κι ὅταν συμπληρώνει «Τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι» δηλαδή: Νὰ συναγωνίζεστε ποιός θὰ δείξει περισσότερη ἐκτίμηση στὸν ἄλλο, μᾶς ἀνεβάζει θὰ λέγαμε στὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς εὐγένειας. Μᾶς ζητεῖ νὰ προτρέχουμε στὸ νὰ τιμήσουμε τὸν ἄλλον. Νὰ δίνουμε προτεραιότητα στὸν διπλανό μας, νὰ τὸν βάζουμε πιὸ πάνω ἀπὸ ἐμᾶς. Στὸν ἀντίποδα τοῦ σύγχρονου ἀνταγωνισμοῦ καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ, ὁ Χριστιανὸς εὐγενικὰ ὑποχωρεῖ, παραχωρεῖ τὴ θέση του καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία τοῦ ἀδελφοῦ του διακονώντας τον καὶ θυσιαστικὰ ἂν χρειαστεῖ.
Ἡ εὐγένεια τῆς καρδιᾶς μας, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ μένει στὰ λόγια, ἀλλά νά μετουσιώνεται σὲ πράξη μέσα ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τῆς φιλοξενίας. Γι’ αὐτὸ κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνεχίζει λέγοντας «Ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες», δηλαδὴ Νὰ βοηθᾶτε τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ὅταν βρίσκονται σὲ ἀνάγκη. Οἱ «ἅγιοι», ὅπως καὶ σὲ προηγούμενο κήρυγμα εἴπαμε εἶναι τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀδελφοὶ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τοὺς πρώτους ποῦ θὰ πρέπει νὰ στηρίξουμε, χωρὶς βεβαίως νὰ ἀποκλείεται κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀνάγκη, ἀνεξάρτητα ἀπό τὴ θρησκεία, τὴν καταγωγή, τὸ ἔθνος ἢ τὸ χρῶμα του, καθώς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένοι. Ὅταν ὁ ἀδελφὸς συνάνθρωπος πονάει, πεινάει ἢ στερεῖται αγαθῶν καὶ ζεῖ ἐμπερίστατος, ὁ σωστὸς Χριστιανὸς δὲν τόν προσπερνάει, δὲν κλείνει τὰ μάτια στὴ δυσκολία τοῦ ἄλλου. Συμμετέχει στὸ πρόβλημά του, προσφέρει κι ἀπὸ τὸ ὑστέρημά του ἀκόμη, ἀρκεῖ νὰ ἀναπαύσει τὴν καρδιὰ τοῦ ταλαιπωρημένου Ἀδελφοῦ. Καὶ ἔτσι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μεταβαίνει ἀσφαλῶς στὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος θερωρεῖ πῶς πρέπει νὰ τὴν ἐπιδιώκουμε ὁπωσδήποτε, γιὰ αὐτὸ καὶ λέει «Τὴν φιλοξενίαν διώκοντες» δηλαδὴ νὰ ἐπιδιώκετε νὰ φιλοξενεῖτε τοὺς ἀδελφούς σας. Ἡ λέξη «διώκω» ἐδῶ ἔχει μιὰ ἰδιαίτερη σημασία. Δὲν σημαίνει ἁπλῶς «φιλοξενῶ ἂν τύχει». Σημαίνει καταδιώκω, τρέχω πίσω ἀπὸ τὴ φιλοξενία, τὴν ἀναζητῶ μὲ πόθο! Ὁ Χριστιανὸς ψάχνει εὐκαιρίες γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸ σπίτι του καὶ τὴν καρδιά του στὸν ξένο, τὸν περαστικό, τὸν ἀνέστιο, τὸν ἐμπερίστατο.
Ὅταν εἴμαστε εὐγενεῖς καὶ φιλόξενοι, δὲν κάνουμε ἁπλῶς μιὰ καλὴ πράξη. Ἀνοίγουμε τὴν πόρτα στὸν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου ποὺ χτυπᾶ τὴν πόρτα μας ἢ βρίσκεται στὸν δρόμο μας.
Ἂς θυμηθοῦμε πῶς ὁ Κύριος, ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ τὴν κρίση τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του θέτει ὡς κριτήριο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη μέσα ἀπὸ τὴν εὐγένεια καὶ τὴν φιλοξενία, λέγοντας : «..πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιω, ἤμουν ξένος καὶ μὲ περιμαζέψατε, γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἄρρωστος καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε» (βλ. Ματθ. κὲ 35-36)
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ὁ Κύριος εὐλόγησε τὰ Νησιά μας νὰ δεχθοῦν τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων Πατέρων, κατὰ τὴν λεγόμενη Φιλοκαλική Ἀναγέννηση τοῦ 18ου αἰῶνα, οἱ ὁποῖοι μᾶς ξαναθύμισαν μὲ τὸ κήρυγμα, ἀλλὰ καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τους, ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν εὐγένεια καὶ τὴν φιλοξενία του. Στὸ Μοναστῆρι τους, τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου στὴ Λευκάδα τοῦ Ἁγίου Κηρύκου τῆς Ἰκαρίας, πάντοτε ἄφηναν στὴν Τράπεζα φαγητὸ καὶ τὸ δωμάτιο φιλοξενίας στρωμμένο, ὥστε νὰ βρεῖ ὁ διερχόμενος διαβάτης λίγο φαγητὸ νὰ φάει καὶ ἕνα τόπο νὰ ξεκουραστεῖ. Κι ἂν κάποια μέρα κανεὶς δὲν ἐρχόταν, μὲ θλίψη ἔλεγαν: «Δυστυχῶς σήμερα δὲν μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ Κύριος».
Αὐτὸ μᾶς θυμίζει καὶ τὸν σήμερα ἑορταζόμενο Ἅγιὸ Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ πνευματικὴ ἀρχοντιὰ καὶ νὰ ἀσκοῦν τὴν φιλοξενία ὡς ἔκφραση τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ Ἴδιος ἀντιμετώπιζε κάθε ἐπισκέπτη ποὺ πήγαινε στὸ Κελλί του στὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ μεγάλη ἀγάπη, φροντίζοντας νὰ τοὺς ἀναπαύσει ὅλους. Εἶχε μάλιστα γράψει χαρακτηριστικὰ τὴν ἐπιγραφή «το νὰ τρῶς εἶναι εὐλογία».
Ἡ φιλοξενία εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία κι ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο. Ὅτὰν ἀνοίγουμε τὴν πόρτα μας καὶ τὴν καρδιά μας, μοιάζουμε στόν Κύριο κι Ἐκεῖνος ἀνταποκρινόμενος εὐλογεῖ τὸ σπίτι μας, ἡ κοινωνία μας γίνεται πιὸ ἀνθρώπινη κι ἐμεῖς ἐπικαιροποιοῦμε τὴ θέση μας στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.
ΚΗΡΥΓΜΑ Κυριακῆς 05 Ἰουλίου 2026 - Ε΄ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 28-θ΄ 1)
«Ἡ ἐνδυμασία τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Τὸ κομβικὸ σημεῖο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς διήγησης εἶναι ὅτι ὁ πρώην δαιμονιζόμενος μετὰ τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὸν Κύριο στάθηκε δίπλα Τοῦ ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν, δηλαδὴ ἐνδεδυμένος μὲ ροῦχα καὶ φρόνιμος. Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ἐπισημαίνει τὴν ἀλλαγὴ γιὰ νὰ καταδείξει πῶς ἡ γύμνια ἦταν τὸ ἐξωτερικὸ σύμπτωμα τῆς ἐσωτερικῆς ὑποδούλωσης τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου στὰ δαιμόνια καὶ τῆς παράλληλης ἀπώλειας τῆς θείας Χάριτος, ἀφοῦ δὲν φοροῦσε ροῦχα, ζοῦσε γυμνὸς στὰ μνήματα κι ἔχοντας χάσει τὴν προσωπική του ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν αὐτοέλεγχο, εὑρισκόταν σὲ κατάσταση ἀλλοτρίωσης ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
Σέ αὐτὸ τὸ σημεῖο πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι καὶ οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδὰμ καὶ Εὔα ζὼντας μέσα στὸν Παράδεισο πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοή, ἦταν γυμνοί, ἀλλὰ δὲν ντρέπονταν γι’αυτό (βλ. Γέν. Β΄25). Ὅμως οἱ Πρωτόπλαστοι, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν ἦταν οὐσιαστικὰ γυμνοί, καθὼς ἦταν ντυμένοι μὲ τὸ ἄκτιστο φῶς καὶ τὴ θεία χάρη. Ἡ γύμνια τους δὲν προκαλοῦσε τὴν ντροπὴ ἢ τὴ σαρκικὴ ἐπιθυμία, διότι ὁ λογισμός τους ἦταν καθαρὸς καὶ στραμμένος στὸν Θεό. Μετὰ τὴν ἁμαρτία, «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν» (Γέν. Γ΄7). Ἔνιωσαν τὴ γύμνια τους, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἔχασαν τὸ ἔνδυμα τῆς θείας χάριτος. Ἡ συνειδητοποίηση τῆς γύμνιας καὶ ἡ ντροπὴ ἦταν ἡ φυσικὴ ἀντίδραση τῆς πληγωμένης ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ὁποία προσπάθησε νὰ κρυφτεῖ μὲ φύλλα συκῆς, ὥστε ἡ ἐνδυμασία τοῦ σώματος νὰ διαφυλάσσει τὴν ντροπή, ἀλλὰ καὶ νὰ λειτουργεῖ πλέον ὡς φραγμὸς γιὰ νὰ συγκρατεῖ τὴν ἐμπαθῆ ἕλξη.
Μὲ βάση τὴν ἀνωτέρω θεολογικὴ ἑρμηνεία συμπεραίνουμε, ὅτι τὰ ροῦχα καὶ τὰ ἐνδύματά μας ὑπάρχουν γιὰ νὰ μᾶς θυμίζουν τὴν ἀπώλεια τοῦ ἀρχέγονου κάλλους καὶ νὰ καλλιεργοῦν μέσα μας τὴν ταπείνωση γιὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἐξορία μας ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν γῆ καὶ ὄχι τὴν ὑπερηφάνεια ἢ τὴ φιλαρέσκειά μας. Σκοπὸς τῶν ἐνδυμάτων εἶναι νὰ καλύπτουν τὴ γύμνια καὶ νὰ προστατεύουν τὴν ἁγνότητα, τόσο αὐτοῦ ποὺ τὰ φοράει ὅσο καὶ ἐκείνων ποὺ τὸν βλέπουν. Ἄρα λοιπὸν ὅταν τὸ ἔνδυμα γίνεται προκλητικὸ ἢ ἄσεμνο, ἀκυρώνει τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει. Ἀντὶ νὰ χαλιναγωγεῖ τὰ πάθη, τὰ διεγείρει, ἐπιστρέφοντας τὸν ἄνθρωπο στὴν κατάσταση τῆς μεταπτωτικῆς γύμνιας. Ἡ τάση γιὰ δημόσια ἔκθεση τοῦ σώματος χωρὶς φραγμοὺς θεωρεῖται ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση ὡς ὑποχώρηση τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἄνθρωπος ποῦ γίνεται ἕρμαιο τῆς μόδας ἢ τῆς ἀνάγκης γιὰ προβολὴ τοῦ σώματός του, χάνει σταδιακὰ τὴν ἁγιοπνευματικὴ Χάρη καὶ συνεπῶς τὴν ἐσωτερική του ἐλευθερία καὶ γίνεται δέσμιος τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ συνεκδοχικῶς δέσμιος τοῦ διαβόλου.
Καὶ οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἀλλὰ κυρίως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν πῶς ἡ ἐνδυμασία τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς του. Ὁμιλώντας μάλιστα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως στηρίζονται πάνω στὸ χωρίο ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σειρὰχ (βλ. ΙΘ΄30) ποῦ λέει: «Τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ γέλιο τῶν δοντιῶν του καὶ τὸ βῆμα τοῦ ποδιοῦ του, φανερώνουν ποιός εἶναι». Ἆρα λοιπόν, ἡ ἐξωτερική μας ἐμφάνιση δὲν εἶναι κάτι ἐπιφανειακό, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἀντανάκλαση τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου καὶ τοῦ σεβασμοῦ ποὺ νιώθουμε. Ὁ τρόπος ποὺ ἐπιλέγει νὰ ντυθεῖ ἕνας ἄνθρωπος σὲ διάφορες περιστάσεις δείχνει τὸν σεβασμὸ ποὺ τρέφει πρὸς τὸν ἑαυτό του, πρὸς τοὺς συνανθρώπους του καὶ πρὸς τοὺς θεσμούς.
Κι ἄν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὴν ἁπλὴ καθημερινότητα, ὅπου ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, πρέπει νὰ ἐπιδεικνύουμε σεμνὸ ἦθος καὶ ταπεινὸ φρόνημα στὴ ζωή μας, πόσο περισσότερο προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε ὅταν ντυνόμαστε γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε ἢ νὰ συμπροσευχηθοῦμε σὲ κάποιο ἱερὸ Μυστήριο;
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀκολουθώντας τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Της Παράδοση στέκεται μὲ εὐλάβεια στὴ σεμνὴ ἐνδυμασία μὲ τὴν ὁποία πρέπει ὁ πιστὸς νὰ εἰσέρχεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ. Στενοχωρεῖται δέ ὅταν ἡ προκλητικὴ ἐμφάνιση κάποιου πιστοῦ δείχνει πῶς δέν συνειδητοποιεῖ οὔτε τὴν ἱερότητα τοῦ σώματος ὡς Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, (βλ. Α΄ Κόρ. ς΄ 19-20) ἀλλὰ οὔτε τὴν ἱερότητα τοῦ Ναοῦ ὡς τοῦ ἐπὶ τῆς κατοικητηρίου τοῦ Θεοῦ, (βλ. Β' Βασιλειών Η΄13 καί Ἰω. β΄16) ἐνῶ γίνεται ἀφορμὴ διάσπασης τῆς προσοχῆς τῶν ἄλλων πιστῶν κατὰ τὴν ὥρα τῆς λατρείας.
Αὐτὴ ἡ ἐπισήμανση γίνεται μὲ πόνο ψυχῆς, καθὼς τὰ τελευταῖα χρόνια, τὸ κακὸ ἔχει παραγίνει, ὅπως λέμε χαρακτηριστικά. Πολλοὶ καὶ συνεχῶς αὐξανόμενοι εἶναι οἱ πιστοὶ κατὰ τὰ ἄλλα Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες ἰδίως, μὲ δικαιολογία τὴ ζέστη, ἔρχονται στὸν Ἱερὸ Ναὸ γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦν μὲ τὴν ἴδια ἀμφίεση, μὲ τὴν ὁποία θὰ πήγαιναν στὴν παραλία, ἢ στὴν πλατεῖα γιὰ καφὲ ἢ στὸ γυμναστήριο. Πολλοί ἐπίσης εἶναι κι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται στά Μυστήρια Γάμου ἤ Βαπτίσματατος μέ ἀκατάλληλη κι ἀπρεπῆ ἐνδυμασία, ἀδιαφορώντας γιά ὅλα ὅσα ἤδη ἐπισημάνθηκαν, ἀλλὰ κυρίως ἀγνοώντας ὅτι ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὸν Ἱερὸ Ναὸ ἔρχεται κάποιος γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ καὶ τούς Ἀγγέλους.
Ὅταν εἰσερχόμαστε στὸν Ἱερό Ναό, ἡ εὐπρεπὴς ἐνδυμασία ἔχει βαθὺ πνευματικὸ νόημα, διότι ὅπως προσέχουμε τὴν ἐμφάνισή μας ὅταν ἐπισκεπτόμαστε ἕνα σημαντικὸ πρόσωπο, ἔτσι καὶ ἡ εὐπρεπῆς ἐνδυμασία στὸν Ἱερὸ Ναό, εἴτε γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε, εἴτε γιὰ νὰ συμμετάσχουμε σὲ κάποιο ἱερὸ Μυστήριο, (Βάπτισμα, γάμο κλπ) δείχνει ὅτι συνειδητοποιοῦμε ὅτι βρισκόμαστε στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Βέβαια ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ σεμνότητα δὲν σημαίνει τὰ ἀκριβὰ ἢ πολυτελῆ ροῦχα. Ἀντίθετα σημαίνει τήν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀποφυγὴ ἐπίδειξης, καθιστῶντας τὴ διαδικασία ἐπιλογῆς εὐπρεποῦς ἐνδυμασίας, ὡς μέρος τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ καὶ τὴν θεία Κοινωνία.
Ἂς ποῦμε ὅμως καὶ κάτι ἀκόμη, σχετικὸ μὲ τὰ ἅμφια τὰ ὁποῖα ἐνδύεται ὁ Ἱερουργὸς ποῦ ἐπιτελεῖ τὴ θεία Λατρεία, παρὰ τὴν ζέστη καὶ τὶς διάφορες καιρικὲς συνθῆκες. Καὶ τοῦτο διότι τὰ ἄμφια καλύπτουν πλήρως τὰ καθημερινὰ ροῦχα καὶ τὸ σχῆμα τοῦ σώματος τοῦ Ἱερέα. Ὁ πιστὸς ποῦ εἰσέρχεται στὸν Ἱερὸ Ναὸ δὲν βλέπει τὸν ἄνθρωπο Ἱερέα ἀλλὰ αὐτὸν τὸν τῦπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ λειτουργικὴ ὀμορφιὰ τῶν ἱερατικῶν ἀμφίων σὲ συνδυασμὸ μάλιστα μὲ τὸν εἰκονιζόμενο Κύριο, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπου πλὴν τοῦ προσώπου καὶ τῶν δακτύλων τῶν χειρῶν τους δὲν ὑπάρχει ἐμφανῶς εἰκονιζόμενο ἄλλο μέλος τοῦ σώματος, (μὲ ἐξαίρεση τὴν σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ ἄκρα ταπείνωση κι ὁ εὐτελισμὸς τὸν ὁποῖο καταδέχθηκε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ σωτηρία μας), ὅλα αὐτὰ μεταφέρουν ἕνα ξεκάθαρο μήνυμα: τὸ ἔνδυμα στὸν Ἱερό Ναὸ δὲν εἶναι μέσο αὐτοπροβολῆς, ἀλλὰ μέσο προσευχῆς καὶ σεβασμοῦ. Ὅπως τὰ ἄμφια καλύπτουν τον ἄνθρωπο Ἱερέα γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ ἡ ἐνδυμασία τῶν πιστῶν ὀφείλει νὰ διευκολύνει τὴν πνευματικὴ συγκέντρωση, τὴ δική τους καὶ τῶν γύρω τους. Τὰ ἱερατικὰ ἄμφια ἀποτελοῦν τὴν ἔμπρακτη ἀπόδειξη ὅτι στὴν Ἐκκλησία τὸ ἔνδυμα ἔχει μεταμορφωτικὸ χαρακτῆρα. Ἂν ἡ πτώση μας ἔντυσε μὲ τὴ φθορὰ καὶ ἡ ἐνδυματολογικὴ ἀπρέπεια μᾶς ἐπιστρέφει στὴ γύμνια τῆς ἁμαρτίας, τὰ ἄμφια στὴ Θεία Λειτουργία καί οἱ ἱερές Εἰκόνες μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς ἐπανένδυσης μὲ τὴ θεία δόξα.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἂν δίναμε περισσότερη προσοχὴ στὰ ὅσα λέγονται καὶ τελοῦνται κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα τότε θὰ ἀντιλαμβανόμασταν ὅτι ἡ ἡ εὐπρέπεια τῆς ἐξωτερικῆς μας ἐμφάνισης εἶναι ἡ συνέπεια καὶ ὁ καρπὸς τῆς ἐσωτερικῆς μας ἀναγέννησης. Ἐξερχόμενος ὁ νεοφώτιστος ἀπὸ τὴν ἱερὴ κολυμβήθρα, ἐνδύεται τὸν ἴδιο τόν Χριστὸ, ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καθὼς ψάλλουμε: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (βλ. Γαλ. γ΄ 27). Ὁ λευκὸς χιτῶνας τοῦ σώματος μαρτυρεῖ τὸ λευκὸ χιτῶνα τῆς ψυχῆς ποῦ λαμβάνει ὡς δῶρο ὁ νεοφώτιστος, καθαρὸς πλέον ἀπὸ τὸ προπατορικὸ καὶ κάθε ἄλλο ἁμάρτημα καὶ στολισμένος μὲ τὶς ἀρετές, τὴν καθαρότητα καὶ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἂς θυμόμαστε πάντοτε, ὅτι εἰσερχόμενοι στὸν Οἶκο τοῦ Κυρίου, ἐρχόμαστε γιὰ νὰ ἀνανεώσουμε αὐτὴ τὴ βαπτισματική μας ὑπόσχεση. Ἐρχόμαστε γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὴν πολιτογράφησή μας στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Πῶς λοιπὸν θὰ προσεγγίσουμε τὸν Χριστὸ ὅταν δὲν εἴμαστε εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι; Πῶς θὰ τοῦ μιλήσουμε; Πῶς θὰ ἀτενίσουμε ἐκεῖνον ποῦ γυμνώθηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ ξαναντυθοῦμε ἐμεῖς τὴν εὐπρέπεια καί τη Χάρη γιὰ τὴ σωτηρία μας; Πῶς θὰ λάβουμε τὴ θεία Κοινωνία, ἂν δὲν προσεγγίσουμε μὲ σεμνότητα ψυχῆς καὶ σώματος τό Ἅγιο Ποτήριο;
Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἐξῆς, ὅταν ἐρχόμαστε στὸν ἱερὸ Ναὸ γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε, νὰ μὴν ἀκούσουμε τί λεει ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος, ἂς μὴν κοιτάξουμε τί θέλει ὀ κόσμος, ἀλλὰ νὰ προσέξουμε τὶς ἱερὲς Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων μας κι ἀτενίζοντας τὴ θεία Ἱερουργία, ἂς ἀφήσουμε τήν ἐξωτερική μας παρουσία νὰ ἀποτελεῖ μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία Ὀρθόδοξης πίστης καί ζωῆς, ἡ ὁποία θὰ φανερώνει τὸν ἐσωτερικό μας πλοῦτο καὶ θὰ ἀποτελεῖ ἀφορμὴ εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας τοῦ Κυρίου. Ἀμήν.
Περισσότερα Άρθρα...
- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
- Κήρυγμα Κυριακής 28 Ἰουνίου 2026 - Δ΄ Ματθαίου (Ματθ. η΄ 5-13)
- Ἑορτή Ὀνομαστηρίων τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Εὐσεβίου
- Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας στὰ ὀνομαστήρια τοῦ Μητροπολίτου Καλαβρύτων κ.κ. Ἱερωνύμου καὶ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου κ.κ. Ἱερωνύμου.
- Κυριακή 14 Ιουνίου 2026- Β΄ Ματθαίου
- Κυριακή 7 Ἰουνίου 2026 - † Τῶν Ἁγίων Πάντων
- ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ - 30 Μαΐου – 1 Ἰουνίου 2026
- ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ
- Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς 31ῃ Μαΐου 2026, H΄ ἀπό τοῦ Πάσχα (Πραξ. β΄ 1-11)
- Κυριακή 24η Μαΐου 2026 - Στ΄ ἀπό τοῦ Πάσχα (Ἰω. θ΄ 1-38)


