Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας λοιπόν, ὁ Ἐξάψαλμος ἐπέχει συμβολικά θέση τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Ἀποτελεῖται ἀπό 6 ψαλμούς τοῦ Δαβίδ, και προεικονίζει, ὅπως λέγεται, τόν χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια τῆς ὁποίας με φόβο και τρόμο θα ἀναμένουμε την τελική κρίση Του για ἐμᾶς. Γι’αὐτό ὅταν διαβάζεται στην ἀρχή τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου πρέπει να στεκόμαστε ὄρθιοι και σιωπηλοί, σέ στάση δεήσεως. Ἀμέσως μετά ἀκολουθεῖ τό «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν» μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν πρώτη ἐπί γῆς παρουσία τοῦ Κυρίου μας καί ἕπεται συναπτόμενο τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν ἀνέγκλητη βεβαιότητα τῆς Δευτέρας ἐπί γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκριβῶς και στο Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅταν λέμε: «…και πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας και νεκρούς…»
Ἄλλη μία ἐμπειρική διαπίστωση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν Δευτέρα Παρουσία εἶναι, ὅταν στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἱερέας πρίν ἐκφωνήσει «Τά σά ἐκ τῶν σῶν...», λέει: «Ἔχοντας θυμηθεῖ λοιπόν αὐτῆς τῆς σωτήριας ἐντολῆς (ἐννοεῖ την ἐντολή τοῦ Χριστοῦ να τελοῦμε τη θεία Λειτουργία για να ἔχουμε τήν ἀνάμνησή του) καί ὅλων ὅσα ἔγιναν γιά χάρη μας, τά ὁποῖα εἶναι ὁ σταυρός, ὁ τάφος, ἡ τριήμερη ἀνάσταση, ἡ ἀνάληψη στούς οὐρανούς, ἡ καθέδρα στά δεξιά του Πατέρα, ἡ δεύτερη καί ἔνδοξη πάλι παρουσία...», θεωρώντας τήν Δευτέρα Παρουσία τόσο βέβαιη, σάν νά ἔχει ἤδη γίνει.
Κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὅπως ὁμολογοῦμε καί στά δύο τελευταῖα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» θά ἀναστηθοῦν τά νεκρά σώματα τῶν κεκοιμημένων καί θά εἰσέλθουν σ’ αὐτά οἱ ζῶσες ψυχές τους, πού βρίσκονται σέ κατάσταση ἀναμονῆς καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θα σταθοῦμε μπροστά στόν Χριστό, γιά νά μᾶς κρίνει.
Ὁ Χριστός ὡς κριτήριο δέν θέτει κάτι δύσκολο ἤ ἀκατόρθωτο, ἀλλά κάτι ἁπλό καί ταπεινό, πού να μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος νά κάνει, ὅπως ἡ διενέργεια ἔμπρακτης ἀγάπης στην καθημερινή ζωή, σέ συνέχεια μάλιστα τῆς δικῆς Του φιλανθρωπίας για τη σωτηρία μας. Δέν θά ζητήσει μεγάλα λόγια και θεωρίες, ἀλλά μικρά και καθημερινά πράγματα. Ὄχι ἰδιαίτερες θυσίες και θεαματικές πράξεις, ἀλλά τροφή για τόν νηστικό, ρούχο για τόν γυμνό, ἕνα ποτήρι νερό για τόν διψασμένο, μία συμπαράσταση στόν ἐμπερίστατο, μιά ἐπίσκεψη στόν ἄρρωστο ἤ τόν φυλακισμένο, ἕνα, συνελόντι εἰπεῖν, ἐνδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, πού θα ἔρχεται ὅμως ὡς ἀπόρροια τῆς πίστης και τῆς ἀγάπης μας προς Ἐκεῖνον καί ὄχι για ἰδιοτελεῖς σκοπούς, ὅπως το συμφέρον, ἡ διαφήμιση κ.ἄ.
Ὁ Χριστός θα ἀξιοποιήσει τό ἐλάχιστο, που μπορεί να δώσει ο καθένας, ὥστε να ἐπιτευχθεῖ ἡ σωτηρία του, ἀλλά καί κανείς νά μήν ἔχει δικαιολογία! Τοῦτο σημαίνει ὅτι δεν θα σωθούν μόνον, ὅσοι δεν θα θελήσουν νά σωθοῦν. Ὅσοι παραμένουν ἀμετανόητοι. Ὅσοι ἀδιαφοροῦν γιά τίς εὐκαιρίες, νά ἀξιοποιήσουν γιά τήν αἰώνια ὠφέλειά τους τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀφειδῶς προσφέρεται μέσα ἀπό τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Ὑπάρχουν καί σήμερα πολλοί ἄνθρωποι, πού δυστυχῶς βρίσκουν συνεχῶς προφάσεις καί δικαιολογίες, γιά νά μήν προσευχηθοῦν, νά μήν ἐκκλησιασθοῦν, νά μήν λειτουργηθοῦν, νά μήν κάνουν φιλανθρωπία, νά μήν ἐξομολογηθοῦν, να μην νηστεύσουν, νά μήν κοινωνήσουν, στερώντας ἀπό τούς ἑαυτούς τους τήν σωτηρία. Αὐτοί και τώρα το ἴδιο λένε και τότε, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία το ἴδιο θα πουν: «Κύριε, πότε σε εἴδαμε νά ἔχεις ἀνάγκη καί δέν σέ διακονήσαμε;».
Την ἴδια στιγμή βέβαια οἱ περισσότεροι δεν ἀπολείπουν ἀπό τίς κοσμικές ἐκδηλώσεις, ἰδίως τίς ἀποκριάτικες κατ’ αὐτήν την περίοδο, ἀδυνατώντας να κατανοήσουν την ἰδιότητά τους ὡς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, με ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται!
Ἀλήθεια πῶς εἶναι δυνατόν να μοιράζεται ἔτσι ὁ ἄνθρωπος; Ἀπό την μιά να εἶναι βαπτισμένος Ὀρθόδοξος Χριστιανός και μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κι ἀπό την ἄλλη να ἀμαυρώνει την χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος και να ἐμποδίζει την ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Χρίσματος, συγχρωτιζόμενος με τον διάβολο, ἀφοῦ δική του ἔκφραση εἶναι οἱ καρναβαλικές ἐκδηλώσεις αὐτῶν τῶν ἡμερῶν! Και στις ὁποῖες ἐκδηλώσεις σημειωτέον, οἱ περισσότεροι συμμετέχοντες εἶναι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, πού ὅμως εἴτε ἀπό ἄγνοια, εἴτε ἀπό ἀδιαφορία (και αὐτό εἶναι το χειρότερο) δεν καταλαβαίνουν την πνευματική ζημία, ἀφοῦ δεν θεωροῦν πρόβλημα στο να συμμετέχουν στην παρέλαση τοῦ καρνάβαλου τώρα και μετά ἀπό λίγο καιρό και στην λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου! Ὁ Χριστός ὅμως μᾶς διευκρινίζει με ἀπόλυτο τρόπο κι ἄς προσέξουμε τον λόγο Του: «Κανείς δεν μπορεῖ σέ δύο κυρίους να ὑπηρετεῖ ὡς δοῦλος. Γιατί ἤ τον ἕνα θα μισήσει και τον ἄλλο θα ἀγαπήσει, ἤ στον ἕνα θα προσκολληθεῖ και τον ἄλλον θα καταφρονήσει.» (βλ. Ματθ. στ΄24).
Τήν δεύτερη Κυριακή μᾶς ἔδειξε τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού περιμένει τήν ἐπιστροφή μας μέσα ἀπό τήν στάση τοῦ σπλαγχνικοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου.
Σήμερα ὅμως μᾶς θέτει ἐνωπιον τῶν εὐθυνῶν μας ἔναντι αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ἡ στιγμή τοῦ βιολογικοῦ μας θανάτου μας θα σημάνει για τον καθένα ἀπό ἐμᾶς και μια προσωπική, ἄς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, Δευτέρα Παρουσία, καθώς ὅπως θα εἴμαστε ὅταν ἀποθάνουμε, ἔτσι και θα κριθοῦμε ἀπό τον Δεσπότη Χριστό. Γι’ αὐτό λοιπόν κι ἐπειδή δεν γνωρίζουμε την ὥρα τῆς ἐξόδου μας προς την αἰωνιότητα, ἄς εἴμαστε προσεκτικοί και προσηλωμένοι στη χριστιανική μας πίστη και ἀποστολή.
Ὁ κατ’ ἐπάγγελμα τελώνης Ζακχαῖος εἶναι τό κεντρικό πρόσωπο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἐξωτερικά μπορεῖ νά ἦταν γεμάτος ἀπό ὑλικά ἀγαθά, τά ὁποῖα εἶχε ἀποκτήσει ἀπό τίς παράνομες δραστηριότητές του, ἐντούτοις ἐσωτερικά ἕνα κενό κατέκλυε τήν ὕπαρξή του. Γι’ αὐτό κι ὅταν ἔμαθε ὅτι θά περνοῦσε ἀπό τήν περιοχή του ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἔτρεξε κι ἐπειδή ἦταν κοντός, ἀνέβηκε πάνω σέ ἕνα δένδρο συκομουριᾶς, γιά νά Τόν δεῖ, ὅταν θά περνοῦσε, διότι ἐναγωνίως ποθοῦσε τή θεραπεία τῆς ψυχῆς του καί τήν πλήρωση τοῦ κενοῦ του.
Εἶχε προφανῶς ἀκούσει για τά θαυμαστά γεγονότα καί τίς ἰάσεις τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἐπιτελοῦσε κι ἐνδεχομένως γνώριζε καί τήν μεταστροφή τοῦ πρώην συναδέλφου του, τοῦ Ἀποστόλου κι Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου καί γι’ αὐτό ἤλπιζε στήν ἀνάστασή του πλέον ἀπό τήν θνησιμαία ἁμαρτία, μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κι ἔγινε τελικά.
Το γεγονός, ὅτι ὁ Ζακχαῖος ἀνέβηκε πάνω στό δένδρο, τον κατέστησε κατά κάποιον τρόπο περιγέλωτα στους παρευρισκομένους. Μάλιστα λόγω τῆς ὑψηλῆς κοινωνικῆς του θέσης δεν θά ἔλειψαν και τά περιφρονητικά σχόλια ἐκ μέρους τοῦ κόσμου. Δέν τον ἐνδιέφερε ὅμως καθόλου. Διότι ἦταν τόσο σφοδρή ἡ ἐπιθυμία του να συναντήσει το Χριστό, ὥστε ἀδιαφοροῦσε γιά ὅλα τά ἄλλα.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον ἅγιο Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού (†1η Ιανουαρίου) και την ἁγία Νόννα (†5 Αυγούστου). Εἶχε δύο αδέλφια: τούς ἐπίσης Ἁγίους Καισάριο και Γοργονία.
Στη Ναζιανζό, διδάχθηκε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ ἀργότερα συνέχισε στη Καισάρεια, ὅπου γνωρίστηκε με το συμμαθητή του Μ. Βασίλειο μέ τόν ὁποῖο ἔγιναν ἀχώριστοι σπουδάζοντας στήν Ἀθήνα, τήν Παλαιστίνη καί τήν Ἀλεξάνδρεια μέχρι τά 30 τους χρόνια. Ἀκολούθως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπέλεξε ἀρχικῶς τήν ἀσκητική ζωή στόν Πόντο, ἀλλά γρήγορα καί χωρίς τη θέλησή του, ἀνέλαβε ἰσχυρές διοικητικές θέσεις στήν Ἐκκλησία. Ἀρχικῶς χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καί στά 43 του χρόνια, παρά τήν ἐπίμονη ἄρνησή του, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Σασίμων ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο, χωρίς ποτέ νά πάει ἐκεῖ, ἀλλά παραμένοντας βοηθός τοῦ Πατέρα του στήν Ναζιανζό.
Μετά ἀπό τήν ἀπέραντη θλίψη πού ἐπέφεραν στήν ψυχή του οἱ ἀλλεπάλληλοι θάνατοι ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του, ἡ Θεία Πρόνοια διά στόματος τοῦ ἰδίου τοῦ Αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, τόν ὁδήγησε στήν Κωνσταντινούπολη τό 378 μ.Χ., διότι κινδύνευε νά χαθῇ ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη, ἀπό τίς αἱρετικές διδασκαλίες τῶν Ἀρειανῶν ἀπό τη μιά μεριά, οἱ ὁποῖοι δέν πίστευαν τόν Χριστό ὡς Θεό, (ὅπως μέχρι σήμερα οἱ Χιλιαστές Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ) καί τῶν Πνευματομάχων ἀπό τήν ἄλλη, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν, ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι Πρόσωπο, ἀλλά δύναμη κι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, (ὅπως πολλοί αἱρετικοί μέχρι σήμερα).
Ἐπειδή οἱ αἱρετικοί εἶχαν καταλάβει ὅλους τούς Ναούς κι ὅσοι παρέμεναν Ὀρθόδοξοι δέν εἶχαν ποῦ νά ἐκκλησιαστοῦν, τότε Ἐκεῖνος μετέτρεψε τό σπίτι στό ὁποῖο τόν φιλοξενοῦσαν σέ Ναό, τόν ὁποῖο ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, γιά νά συμβολίσει τήν ἀνάσταση τῆς ὀρθόδοξης πίστης, πού ἔμελε νά συμβεῖ μετά ἀπό λίγο καιρό.