
«Τό κενό καί τό καινό μνημεῖο τῆς Ἐκκλησίας»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί, Χριστός Ἀνέστη!
Μέσα ἀπό τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί μέ λίγες λέξεις παρουσιάζεται μπροστά μας ἡ πρώτη Ἐκκλησία.
Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀγάπησαν ὑπερβαλλόντως τόν Χριστό καί τό ἀπεδειξαν μέ τίς πράξεις τους. Κι ὅταν οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, κρύφτηκαν ἀπό τόν φόβο τοῦ νόμου τῶν Ἰουδαίων καί τῆς ἐξουσίας τῶν Ἀρχόντων, ἀκόμη κι ὅταν αὐτός ὁ πρωτοκορυφαῖος Πέτρος, ἐνῶ ἐπιτέθηκε μέ θάρρος στόν δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως κατά τήν σύλληψη τοῦ Χριστοῦ κι ἔπειτα δείλιασε μπροστά στήν μαρτυρία μιᾶς δούλης, ὅτι εἶναι μαζί μέ τό Χριστό καί Τόν ἀρνήθηκε, τότε ἐμφανίσθηκε σάν ἀπό τό πουθενά, ὅπως λέμε χαρακτηριστικά, στό προσκήνιο ἡ χορεία τῶν Ἁγίων Μυροφόρων Γυναικῶν, μέ κουφαία τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή, περιστοιχίζοντας τούς δύο κηδευτές τοῦ Κυρίου τόν Ἰωσήφ καί τόν Νικόδημο, διακονώντας μέ γενναιότητα ἀληθινή, τήν θεόσωμη ταφή τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό καί ἀξιώθηκαν πρῶτες νά Τόν ἰδοῦν Ἀναστημένο καί πρῶτες νά ἀναγγείλουν τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὅτι ὁ Χριστός Ἀνέστη!
Ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἦταν ἐπιφανῆ μέλη τῆς Ἰουδαϊκῆς κοινωνίας καί μυστικοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν Νικόδημο μάλιστα ὁ Ἰωάννης κάνει ἐκτενῆ ἀναφορά στό τρῖτο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καί ἐπίσης ἀναφέρει πώς ἐκεῖνος ἦταν πού ἔφερε ἑκατόν λίτρα ἀρώματος σμύρνης καί ἀλόης γιά τήν ταφή τοῦ Χριστοῦ. Κι οἱ δύο ἦταν μέλη τοῦ κεντρικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἰουδαίων (σανχεντρίν) καί ἦταν οἱ μόνοι, πού μειοψήφισαν, ὅταν ἀποφασίσθηκε ἡ θανατική καταδίκη τοῦ Κυρίου. Αὐτό καί μόνο δείχνει τό ἀπαράμιλλο θάρρος καί τήν γενναιότητά τους, ἀλλά καί τήν ἀληθινή ἀγάπη τους στόν Χριστό. Ὁ Ἰωσήφ, πού καταγόταν ἀπό τήν Ἀριμαθαία, ξεχώρισε λίγο περισσότερο, γιατί μέσα σέ ἐκεῖνο τόν χαλασμό εἶχε τήν τόλμη νά παραστεῖ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καί νά ζητήσει νά ἀποκαθηλώσει καί νά ἐνταφιάσει τό σῶμα του ἐσταυρωμένου Κυρίου. Μάλιστα ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου σέ ἕνα συγκινητικό καί σπουδαῖο λόγο του γιά τήν ταφή τοῦ Κυρίου ἀναφέρει, πώς ὁ Ἰωσήφ ἔλαβε τήν ἄδεια νά κηδεύσει τόν Κύριο, ἀφοῦ πρῶτα ἱκέτευσε τόν Πιλάτο μέ θάρρος λέγοντας: «Δῶσε μου τοῦτο τόν ξένο, πού ἀπό βρέφος σάν ξένος φιλοξενήθηκε στόν κόσμο...πού οἱ ὁμόφυλοι ἀπό μίσος τόν θανατώνουν σάν ξένο...πού παραξενεύομαι νά βλέπω τοῦ θανάτου τό (παρά)ξένο... πού ἤξερε νά φιλοξενεῖ τούς πτωχούς καί τούς ξένους...πού οἱ Ἑβραῖοι ἀπό φθόνο τόν ἀπεξένωσαν ἀπό τόν κόσμο. Δῶσε μου τοῦτο τόν ξένο, γιά νά κρύψω σέ τάφο, πού σάν ξένος δέν εἶχε πού νά γείρει τό κεφάλι.»
Αὐτά τά λόγια πῆρε ἡ Ἐκκλησία καί συνέθεσε ἕνα δοξαστικό τροπάριο, πού ψάλλεται στήν ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου, σέ ἦχο πλ. τοῦ α΄, γιά νά καταστήσει πιό ἀντιληπτά καί ἐντυπωσιακά, ὅλα ὅσα προφητεύθηκαν γιά τόν Χριστό καί τά ἐπαλήθευσε μέχρι λεπτομερείας, ὡς Μεσσίας, ὡς Σωτῆρας δηλαδή καί Λυτρωτής καί γιά νά καταδείξει τήν Ἀλήθεια μέ τήν ἐκ νεκρῶν τριήμερη Ἀνάστάσή Του, ὅτι εἶναι ὁ μόνος Ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ὁ Ὁποῖος ὄχι μονο ἄφησε τόν τάφο Του ΚΕΝΟ, ἀλλά τόν κατέστησε καί ΖΩΟΔΟΧΟ.
Αὐτήν τήν μόνη Ἀλήθεια τῆς πίστης καί τῆς ζωῆς μας κρατεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὡς τό ἀθάνατο λάβαρο, γιά νά μαρτυρεῖ τήν Θεοειδῆ ἐμπειρία Της καί τήν Ἁγιαστική Της ζωή. Αὐτήν τήν Ἀλήθεια τήν λιτανεύει καί τήν διατρανώνει κάθε Κυριακή ἱερουργώντας τήν τάξιν τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Στήν διάρκεια τοῦ Ἀναστασίμου Ὄρθρου κάθε Κυριακῆς, (ἐκτός ἐάν συμπέσῃ μεγάλη Δεσποτική ἑορτή), διαβάζεται κατά σειράν ἕνα ἀπό τά 11 Ἑωθινά Εὐαγγέλια, τά ὁποῖα ἀφοροῦν στίς ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ στούς Μαθητές Του καί τίς Μυροφόρες. Τό Ἑωθινό Εὐαγγέλιο διαβάζεται μέσα στό ἱερό Βῆμα καί ἀπό τήν δεξιά πλευρά τῆς Ἁγίας Τράπεζας, ἀπό τόν Ἱερέα, ὁ ὁποῖος ἐνδύεται μέ λευκά ἄμφια, γιατί συμβολίζει τόν λευκοφορεμένο Ἄγγελο, πού συνάντησαν οἱ Μυροφόρες στά δεξιά τοῦ Παναγίου Τάφου καί ὁ ὁποῖος τούς ἀνήγειλε, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός «ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν».
Εὐθύς ἀμέσως ἀκολουθεῖ ἡ πανηγυρική διακήρυξη τῆς Ἀναστάσεως μέ τήν ἀπαγγελία τῆς προσευχῆς «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι...» καί στή συνέχεια κι ἐνῶ ἀποδίδεται ἐμμελῶς ὁ Ν (50ός) Ψαλμός τοῦ Δαϋίδ, «Ἐλέησόν με ὁ Θεός...» ὁ Ἱερέας ἐξέρχεται ἀπό τό ἅγιο Βῆμα, κρατώντας στά χέρια Του μέ εὐλάβεια τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, ἐστραμμένο στήν πλευρά, πού εἰκονίζεται ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς καλεῖ νά προσκυνήσουμε τόν Ἀναστάντα Κύριο. Τότε προσκυνοῦμε τόν Χριστό σέ συνέχεια τῶν Ἁγίων ἐκείνων Μυροφόρων. Τί κρίμα ὅμως, πού οἱ πιό πολλοί ἀπό ἐμᾶς στεροῦμε ἀπό τήν ψυχή μας τήν χαρά τῆς προσκύνησης τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ τό πρωί τῆς Κυριακῆς! Τί κρίμα, πού γιά νά κερδίσουμε λίγο ὕπνο παραπάνω, χάνουμε τήν εὐκαιρία νά κρατήσουμε στήν ὕπαρξή μας αὐτήν τήν ἐμπειρία τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ἐφάπτοντας τά χείλη μας μέ τόν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ σωματικόν Χριστόν. Πόσο θά ἄλλαζε ἡ ζωή καί ἡ πολιτεία μας, ἄν ἀξιώναμε τούς ἑαυτούς μας νά ἀκούσουμε τό Ἀναστάσιμο Ἑωθινό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς; Διότι προσκυνώντας τόν Ἀναστάντα Κύριο, θά μᾶς χαριστεῖ ἡ τόλμη, ἡ γενναιότητα καί τό θάρρος τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Νικοδήμου καί τῶν Μυροφόρων, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Ἰωάννου του Θεολόγου «ὡς προσδεχόμενοι κι ἐμεῖς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ἀπό τόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἀπό τόν ὁποῖο ἐξορίστηκε ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας του. Φθάνει στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ὅπου ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀναλαμβάνει νά τόν λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ἑκούσια σταυρική Του θυσία. Καί τελειώνεται στόν κῆπο τοῦ Καινοῦ καί Κενοῦ μνημείου, ὅπως τόν χαρακτηρίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος (βλ. ιθ΄41). Ἐκεῖ ὅπου ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μέ τήν Ἀνάστασή Του συνανιστᾶ τόν ἄνθρωπο στήν αἰωνιότητα πλέον τῆς Βασιλείας Του. Στήν μνήμη μας πρέπει νά εἶναι καί οἱ τρεῖς κήποι. Ὁ πρῶτος γιά νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία. Ὁ δεύτερος γιά νά ἐρχόμαστε σέ μετάνοια καί ὁ τρίτος, ἐπειδή εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί σήμερα καί πάντα. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ κῆπος τοῦ ζωηφόρου ἐκείνου Δεσποτικοῦ μνήματος, πού περιβάλλει τήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ. Ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι τό ἴδιο κενό καί καινό μνημεῖο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, πού ἐνθουσίασε τίς Μυροφόρες, ἐξέπληξε τούς Ἀποστόλους καί ἀπεστόμωσε τούς ἐχθρούς τοῦ Κυρίου μας. Γι’ αὐτό ἔχει τή ἴδια δύναμη, ὅπως τότε νά ἀλλοιώσει τήν ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐξαφανίσει τόν φόβο του, νά ἐνισχύσει τήν εὐαγγελική ζωή, νά ἀπενεργοποιήσει τόν διάβολο, νά ἀναστήσει τόν κόσμο καί νά τόν γεμίσει μέ χαρά. Ἡ ἐπιλογή εἶναι δική μας. Ἀμήν!
«Ἡ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ»
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Χριστός Ἀνέστη!
Στόν ἀναστάσιμο ἀπόηχo τῆς ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν, ἑορτάζουμε σήμερα τήν Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα, ὅπου ἡ Ἐκκλησία μας τοποθετεῖ τό γεγονός τῆς ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ καί τῆς σωτήριας ὁμολογίας του.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γέμισε μέ φῶς τόν οὐρανό, τή γῆ και τά καταχθόνια, καί δέν ἐννοοῦμε φυσικά τό αἰσθητό φῶς. Ὁ Χριστός ἀνέτειλε ὡς ἥλιος ἀπό τον Τάφο, ὅπως ψάλλουμε καί στά ἀναστάσιμα τροπάρια. Στόν πρόλογο τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου, τόν ὁποῖο ἀκούσαμε τήν νύχτα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως, διακηρύσσεται ἡ πλέον συγκλονιστική ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Δηλαδή ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὄχι γιά νά ἐπιδείξει τή δύναμή Του, ἤ τήν ἐξουσία Του, ἀλλά γιά νά σώσει τό πλάσμα Του πού τόσο ἀγαπᾶ. Γεννήθηκε στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, βαπτίστηκε ὡς δοῦλος στόν Ἰορδάνη, Σταυρώθηκε ὡς κακούργος, ἐκεῖνος πού εἶναι ὀ μόνος ἀναμάρτητος, γεύθηκε τον σωματικό θάνατο, αὐτό τό αἰώνια ἄλυτο ἐρώτημα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, καί ὡς Θεός ἀληθινός Ἀνέστη τριήμερος ἀνασταίνοντας ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τό θάνατο καί χαρίζοντας τήν αἰώνια ζωή.
Στό σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι «προδοκοῦμε ἀνάστασιν νεκρῶν» τί σημαίνει ὅμως αὐτό γιά τήν καθημερινότητά μας; Γιατί βλέπουμε πολλούς ἀδελφούς μας θεωρητικά νά ἀποδέχονται τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ζοῦν σάν νά μήν ὑπάρχει αἰώνια ζωή. Γιατί ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση φαίνεται κυρίως στή ζωή μας καί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τά πράγματα. Πόσες φορές ὅταν ἀντιμετωπίζουμε τή δοκιμασία, τήν ἀδικία καί τή φθορά μήπως ἐνεργοῦμε σάν νά εἴμαστε «υἱοί τοῦ αἰῶνος τούτου» καί ὄχι «τέκνα φωτός καί Ἀναστάσεως»; Ἡ Ἀνάσταση δέν εἶναι ἕνα ἀπλό ἱστορικό γεγονός, ἀλλά μία ζωντανή πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Χριστιανός ὄχι ἁπλά πιστεύει, ἀλλά ζεῖ με τήν προοπτική τῆς Ἀναστάσεως τότε ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος, ἡ ζωή του ἔχει αἰώνια προοπτική, οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες δέν εἶναι ἀδιέξοδες ἀλλά τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως νικᾶ τό σκοτάδι τῆς ἀδικίας.
Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος δέν ἔχει πλέον τήν τελευταία λέξη, παρόλο πού ἡ σύγχρονη ὑλιστική ἐποχή προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι δῆθεν τό τέλος τῆς βιολογικῆς ὕπαρξης ταυτίζεται μέ τό τέλος τῆς ὑπάρξεώς μας.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν δίδαξε ἁπλά μία ἀόριστη πίστη σέ ζωή μετά τό θάνατο, ὅπως ἔκαναν πολλοί ἀρχηγοί θρησκειῶν, ἀλλά μετέβη στόν Ἅδη γιά νά νικήσει τόν θάνατο μέ τήν Ἀνάστασή Του. Γι΄ αὐτό καί ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται ζωοποιός θάνατος, ἐπειδή ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ὁλοκληρωτικῆς συντριβῆς τοῦ θανάτου.
Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπαντῶνται ὅλα τά φιλοσοφικά καί μεταφυσικά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν μιλᾶ μόνο γιά πίστη σέ ἀθανασία τῆς ψυχῆς ὅπως ὁ πλατωνισμός, ἀλλά πιστεύει στήν Ἀνάσταση τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος λυτρώνεται, μόλις πιστέψει ὅτι ὁ Θεός δέν τόν προόρισε γιά τή φθορά καί τόν θάνατο, ἀλλά γιά τήν αἰώνια κοινωνία μαζί Του. Ἡ προοπτική τῆς Ἀναστάσεως ἔρχεται σάν τό φῶς πού φωτίζει τό σκοτάδι κάθε ἀδικίας, καθώς καί τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Ἀκόμα καί ἄν αὐτές φαίνονται ἀξεπέραστες ἄς θυμηθοῦμε ὅτι πρίν ξημερώσει, τό σκοτάδι φαίνεται βαθύτερο, ὅμως μετά ἔρχεται τό φῶς τοῦ ἡλίου καί διαλύει κάθε σκότος. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τό φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ διαλύει κάθε ἀδικία, ἀλλά καί κάθε ἀμφιβολία καί ἀπιστία.
Ὁ Χριστός, ὅπως ἀκούσαμε στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἐμφανίστηκε στούς μαθητές Του τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς, τῆς ἡμέρας πού ἀναστήθηκε. Ἔλειπε ὅμως ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος μόλις πληροφορεῖται τήν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος, ζητᾶ νά Τόν δεῖ καί νά Τόν ἀγγίξει. Ὄχι ἀπό ἀπόρριψη, ἀλλά ἀπό λαχτάρα. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ ἀπιστία του ὀνομάζεται «καλή ἀπιστία». Καί ἔρχεται ἡ στιγμή αὐτή ὁκτώ ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση. Ἔρχεται πάλι ὁ Χριστός, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», γιατί παρόλο πού τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση εἶναι ὑλικό, δέν εἶναι δηλαδή φάντασμα, ὡστόσο δεν ὑπόκειται στούς νόμους τῆς φύσεως. Γι’ αὐτό καί μπορεῖ καί εἰσέρχεται ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές. Καί μάλιστα ὁ Χριστός καθοδηγεῖ τόν Θωμᾶ νά θέσει τό χέρι του στούς τύπους τῶν ἥλων καί στή λογχευμένη πλευρά. Γιατί ὁ Χριστός καί μετά τήν Ἀνάστασή Του φέρει τούς τύπους, δηλαδή τίς πληγές ἀπό τού ἥλους, τά καρφιά δηλαδή καί τήν πληγή στήν πλευρά Του, ὥστε νά μήν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ἴδιος ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος καί ὡς Θεός ἀνέστη.
Ἡ πρώτη ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἔρχεται ἀπό τόν Θωμᾶ ἕνα πρόσωπο πού μέχρι πρότινος ἀμφέβαλλε. Ἀμφέβαλλε ὅμως ὄχι ἀπό ἀπιστία, ἀλλά ἀπό λαχτάρα. Ἤθελε ὄχι ἀπλά νά πιστέψει τήν Ἀνάσταση, ἀλλά νά τήν νιώσει. Νά νιώσει ὅτι ὁ Διδασκαλός Του ἀναστήθηκε. Ἤξερε ὅτι ἀπέθανε μέ τόν πλέον ἀτιμωτικό θάνατο καί κατόπιν τάφηκε. Γι’ αὐτό μόλις τοποθετεῖ τά χέρια του στούς τύπους τῶν ἤλων καί στήν λογχευθεῖσα πλευρά τοῦ Χριστοῦ, βεβαιώνεται ὅτι ἀναστήθηκε πραγματικά ὁ Διδασκαλός του καί ἀναφωνεῖ: «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν ὑπερφυσικῶν αὐτῶν γεγονότων, «τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Τάφου καί τῆς Τριημέρου Ἀναστάσεως» τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ. Λένε ὁρισμένοι ἀφελῶς ὅτι πέρα ἀπό τίς Εὐαγγελικές διηγήσεις δέν ἔχουμε ἄλλους αὐτόπτες μάρτυρες τῶν γεγονότων αὐτῶν. Ἐδῶ ὅμως τίθεται τό ἐρώτημα: Ἄν κάποιος καταστεῖ αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τέτοιων ὑπερφυσικῶν γεγονότων εἶναι ποτέ δυνατόν νά κρατήσει οὐδέτερη στάση; Φυσικά καί ὄχι! Ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί φθάνει στό σημεῖο ἀκόμη και νά θυσιαστεῖ γιά Αὐτόν. Καί ἔτσι οἱ περισσότεροι Ἀπόστολοι θανατώθηκαν μαρτυρικά, θυσιαζόμενοι ὄχι γιά μία ἁπλή ἰδεολογία, ἀλλά μαρτυρώντας αὐτά τά γεγονότα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, μέ τά ὁποῖα ὁ Χριστός, μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τοῦ θανάτου.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἐμεῖς οἱ ἀνά τούς αἰῶνες Χριστιανοί εἴμαστε, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, «οἱ μή εἰδόντες καί πιστεύσαντες», αὐτοί πού δέν Τόν εἴδαμε μέν ἀλλά Τόν πιστεύουμε μέ πόθο καρδίας, καί περιμένουμε νά Τόν συναντήσουμε. Γιατί ἡ στιγμή ἐκείνη θά ἔρθει. Πρός τό παρόν καλούμαστε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημά Του, νά Τόν ἀγαπήσουμε «ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας», ἀλλά καί νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας, ὅταν μᾶς ζητηθεῖ, σέ αὐτούς τούς χαλεπούς καιρούς τούς ὁποίους ζοῦμε. Γιατί ἔρχεται ἡ στιγμή, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡ μεγάλη τῆς ἐν δόξῃ ἐλεύσεώς Του, ὅπου θά Τόν ἀντικρύσουμε πλέον «πρόσωπον πρός πρόσωπον». Καί τότε καί ἐμεῖς σέ ἐκείνη τή συνάντηση μακάρι νά εἴμαστε ἔτοιμοι νά ἀναφωνήσουμε ὅπως ὁ Θωμᾶς: «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Ἀμήν.

Μέ ἀναστάσιμη χαρά καί σέ κλίμα κατάνυξης καί πνευματικῆς εὐφροσύνης ἑόρτασε ἡ Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Σάμου (1756).
Τό ἑσπέρας τῆς Πέμπτης τῆς Διακαινησίμου 2026 τελέσθηκε ὁ Μέγας Ἀρχιερατικός Ἑσπερινός, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Εὐσεβίου, συμπαραστατουμένου ὑπό πλειάδος κληρικῶν.
Τήν Παρασκευή τῆς Διακαινησίμου ἐψάλη ὁ Ἀναστάσιμος Ὄρθρος καί τελέσθηκε ἡ Ἀρχιερατική Πασχάλιος Θεία Λειτουργία. Ἀκολούθησε, κατά τό ἔθος, ἡ λιτάνευση τῆς Ἐφεστίου Ἱερᾶς Εἰκόνος πέριξ τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, καί ἐτελέσθη ὁ Ἁγιασμός τῆς ἑορτῆς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.
Ὁ Σεβασμιώτατος ὁμίλησε τόσο κατά τήν παραμονή ὅσο καί κατά τήν κυριώνυμο ἡμέρα τῆς ἑορτῆς καί ἀνεφέρθη στά θαύματα καί τήν διαχρονική ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
Ἐξέφρασε θερμές εὐχαριστίες καί τόν ἔπαινο πρός τήν Ὁσιωτάτη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, Εὐνίκη Μοναχή, καί τήν περί αὐτήν ἀδελφότητα, διά τήν ἄρτια προετοιμασία τῆς πανηγύρεως, καθώς καί διά τήν ἐκ βάθρων ἀνακαίνιση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
Ἐπίσης, εὐχαρίστησε τούς Ἱερεῖς, μέ πρῶτο τόν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Σωτήριο Κοσμόπουλο, ὁ ὁποῖος διακονεῖ ἐφημεριακῶς τήν Ἱερά Μονή, τίς Πολιτικές καί Στρατιωτικές Ἀρχές τῆς Νήσου, καθώς καί ὅλους τούς εὐλαβεῖς προσκυνητές, οἱ ὁποῖοι προσῆλθαν καί κατέκλυσαν τόν ἱερό χώρο.









Σήμερα: